16.11.10

Η Λίμνη



Αλήθεια, πόσο άσκημη είναι η ομορφιά της
Το μαύρο και το πράσινο σε εκπαίδευσαν καλά
σου 'δωσαν σκοτάδι μες στην μέρα
Μα εγώ κυνηγώ το φως
είναι ο μόνος δίκαιος οιωνός.
Άρρωστος θα νιώθω και
θα το ψάχνω
μες στην λίμνη των νεκρών.
Εκεί γεννιέται η μελαγχολία μου.
Εκεί σαν να 'ναι η πατρίδα μου
βαθια θαμμένη, βαθιά.
Λέγανε παλιά πως αν δεις την λίμνη αυτή
θα βρεις το σάπιο σου Εγώ
να κολυμπά μέσα εκεί
Κανείς δεν τόλμησε να γυρίσει βλέμμα προς τα 'κει.
Δεν υπήρξε Νόμος απαγορευτικός
και έτσι ταξίδεψα μέρες περνώντας βουνά
κι όταν έφτασα πιά
δέος ένιωσα και τρόμο σκοτεινό.
Κατέβαζα το κεφάλι μου σιγά σιγά
κι άνοιξα τα μάτια μου μπρος την Αλήθεια.
Δεν είδα τίποτα.
Δεν θα ξαναδώ ποτέ μου τίποτα...

12.11.10

Ο Δρόμος



Πήρα την μεγάλη ευθεία
Δεν υπήρχε άλλο μονοπάτι.
Κι αν ποτέ υπήρξε
το προσπέρασα ίσως και άθελα μου,
ποτέ δεν κατάφερα καν να το παρατηρήσω.
Ταξίδεψα καιρό
και παρατηρώ πως φτάνω πάντα εκεί
Στο αρχή του δρόμου μου
Πάντα εκεί.
Αρχικά τα έχασα μα ξαναπροσπάθησα
Ξανά και ξανά.

Τα σκυλιά με ακολουθούσαν πιστά σαν καλοί φίλοι.
Ποτέ τους δεν γάβγιζαν
μα με δάγκωναν και μου 'κοβαν κομμάτια από τη σάρκα μου
Ποτέ τους δεν κλαίγανε
μα μου σκίζαν τα ρούχα και μ' αφηνανε γυμνό.
Δεν είμαι αχάριστος να παραπονεθώ
παρέα άλλη δεν είχα στην μεγάλη μου διαδρομή
Μόνος προχωρούσα αναμεσα σε νεκρά μωρά
Όλα τους νεκρά, ένα προς ένα,
και όλα τους μωρά.
Άλλα μόνα τους στη γωνιά
κι άλλα με την μάνα τους να τα κοιτάνε
Κι αυτές φαίνονταν ζωντανές
ναι ζωντανές θαρρώ
Σίγουρα ζωντανές, σίγουρα
Μα ποτέ τους δεν μίλησαν
δεν γύρισαν βλέμμα καν.
Μόνιμα με αίματα απ' τα μάτια τους να τρέχουν
κοιτούσαν τα νεκρά τους παιδιά
Με χέρια υψωμένα μια κρυφή προσευχή
στον Θεό που ποτέ δεν πίστεψαν
μιά νοερή κραυγή.
Μα αλήθεια δεν μίλησαν ποτέ
Πάντα περνώντας τες
νόμιζα με χαζεύανε σαν ακόμα ενα νεκρό μωρό
μα σα γυρνούσα τίποτα
όλα ίδια,Θάνατος.
Νόμισα κάποτε οτι ήμουν κι εγώ νεκρός εκεί
μα όσο προχωρούσα ψυχή άλλη με διαπερνούσε.
Έκλαιγα συνέχεια για τα μωρά
μα δεν ξέρω γιατί
σίγουρα όχι όμως λόγω οίκτου
αυτός έρεε μέσα μου
καθώς έβλεπα τις μανάδες.
Γέλιο με πιάνει κάθε φορά που τα σκυλιά
με πετσοκόβουν και με μασάνε
κάθε φορά πιό δυνατά
Σαν να απολαμβάνω κάθε δόντι που καρφώνεται μέσα μου
και μου βγάζει τα μέσα έξω.

Μα σταμάτησα να γελάω
και κάποτε, σαν χθες,
άρπαξα τα σκυλιά και τους έβγαλα
τα πάντα από μέσα έξω
Άντερα, μυαλά και κάτι σαν καρδιά
και τα δόντια, ένα την κάθε φορά
αργά και βασανιστικά
Και σταμάτησα να κλαίω.
Τα νεκρά μωρά πιά δεν τα άντεχα
ούτε την μάνα από πάνω να χύνει αίμα
Δεν λυπήθηκα στιγμή
τα δόντια των σκυλιών 'γίναν δικά μου
και 'γω πια είμαι σκύλος
και κάθε δόντι το κάρφωνα όλο και πιο μέσα
μέσα στα νεκρά μωρά
τα βίαζα, τα έσκιζα και τα 'τρωγα
Και η μάνα ρυάκι έβγαζε αίμα
και η άλλη μάνα
και η τρίτη μάνα
μέχρι την τελευταία
παντού αίμα, Θάνατος.
Μα απο 'κείνη την μέρα νεκρό μωρό δεν συνάντησα ποτέ
ούτε μάνα
Και έτσι συνέχισα μόνος να προχωρώ
χωρίς τους φίλους μου τους παλιούς
χωρίς τους φίλους μου τους καλούς...

8.11.10

Έρως



Η πόλη στο κενό
είναι τελικά ανιαρή.
Αρχικά φαίνεται σαν να ορειβατεί
μα καταληγεί τσιμεντωμένη νεκρή.
Οι άνθρωποι 'κει μέσα
αναλώνονται καθημερινά σε μια πληγή.
Κανένας τους δεν σιωπεί
όλοι βγάζουν κραυγή ηχηρή.
Ο έρωτας τριγυρνά εδώ κι εκεί
όλοι μαγεύονται στη στιγμή.
Κι εγώ θα κάτσω ώρα νεκρός
κι ο έρωτας όλο πιο σκληρός.
Πάντα κυνηγημένος εγώ εκεί
μα η λύση είναι απλή.
Τοσό κοντά μου το κενό
δεν θα διστάσω ούτε λεπτό.
Κι όπως πέφτω μελαγχολώ
καθώς βλέπω τον γκρεμό.
Αγγίζω χώμα παραλυρώ
και νιώθω δίπλα μου κάτι φωτεινό.
Είναι ο Έρωτας κει χάμω νεκρός
και γω γελάω πριν φύγω τραγικός.
Μόλις κατάλαβα...

1.9.10

μη αρμονικό



Σε πτώματα περπατώ
Ένα πτώμα είμαι και εγώ
Και αν ποτέ σου ανταποκριθείς
θα είναι αργά
μην βιαστείς

Περπατώ και χάνομαι στο κενό
Δεν νοσταλγώ τίποτα
που να φεύγει από εδώ
Δεν μπορώ να δω
Κλαίω στο λεπτό

Απόλυτα μη αρμονικό
Στη φωλιά μου
Δεν μπορώ πια να ζω
Πρέπει να εξαφανιστώ
Να περπατώ
Και να χάνομαι στο κενό

Ένας φίλος μου νόμιζε
Πως η θάλασσα κινείται συνεχώς
πότε του δεν παρατήρησε όμως
ότι είναι μονιμος στην έμμονη
να φύγει να εξαφανιστεί
γιατί ποτέ δεν θα φτάσει πιο κει
Τρέχω
Μα αλλού να πάω δεν έχω
Περπατώ
Να χαθώ στο κενό
Απόλυτα μη αρμονικό.

12.8.10

Ο Νόμος



Τρεις επιλογές υπήρχαν εξαρχής...

Να κρυώσω, να σκάσω της ζέστης
ή γενικότερα να σταματήσω.
Καμμία δεν επέλεξα και συνέχισα.
Οπότε ήταν μάλλον τέσσερις
ή και παραπάνω.
Κι όταν εγώ ξέφυγα από τις επιλογές
θαρρώ πως χαμογέλασα λίγο.
Μα είχα ήδη σταματήσει
και ταυτόχρονα ένιωθα ζέστη και κρύο.
Απ' τη μία καιγόμουν κι απ' την άλλη πάγωνα.
Κρύος ιδρώτας με έλουσε
Και συνέχισα να βαδίζω
ανάμεσα στο Καλό και το Κακό.
Μα γρήγορα σιχάθηκα να γυροβολώ
όλη μέρα να προχωρώ και να σταματώ.
κοιμήθηκα..
Και ξύπνησα μέσα σε ένα παγόβουνο
δεν μπορώ πια να κου.νηθώ
Μα μέσα εκεί υπήρχει κάτι θερμό
ηλιαχτίδες μες στο σκοτεινό
να με καίνει ζωντανό.

Μία επιλογή υπήρχε εξαρχής...

Τρίλιζα



Καλός ακροατής
Κακός ομιλητής
Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί
Αλλά δεν πειράζει
Σίγουρα κάτι θα υπάρχει να δικιολογηθεί

Όταν μίλησα για κρεμάλα στο σπίτι του κρεμασμένου
με καλοδέχτηκαν
και μου φάνηκε πολύ παράξενο
Μα δεν σταμάτησα εκεί
αναθαρρόντας
έστησα και μια άλλη κρεμάλα
Μα κανεις δεν αντιμίλησε
μου είπαν απλά πώς είμαι καλό παιδί
Μου προσέφεραν φαί και κρασί
Έκατσα κατ' απ' την κρεμάλα
και έφαγα και ήπια
Δεν με πείραξε ούτε στιγμή
Ανέβηκα στην καρέκλα
Είπα τελευταία ευχή
Κρεμάστηκα και πέθανα
Όλοι γελάσανε και είπανε
Μα τι καλό παιδί..

Καλός ακροατής
Κακός ομιλητής
Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί
Αλλά δεν πειράζει
Σίγουρα κάτι θα υπάρχει να δικιολογηθεί

16.6.10

Mr. Noone



Τι ωραίο να προσέχεις το μικρό
και να απαξιείς για το σημαντικό.

Τι ωραίο να καταλαβαίνεις το θαμπό
και να ζαλίζεσαι στο καθαρό.

Τι ωραίο να μην αναγνωρίζεις τίποτα στο φως
και να σε θαμπώνουν τα χρώματα στο σκοταδι.

Τι ωραίο να χαζεύεις την ασχήμια
και να σιχαίνεσαι την ομορφιά.

Τι ωραίο να προχωράς στο κενό
και να χάνεσαι στο γνωστό.

Τι ωραίο να μπαίνεις στη φωτιά για να δροσιστείς
και να καίγεσαι μεσ' τη βροχή.

Τι ωραίο να τσακίζεσαι για να σηκωθείς
και να σηκώνεσαι για να τσακιστείς.

Τι ωραίο να νοσταλγείς το μέλλον σου
και να αναμένεις το παρελθόν σου.

Τι ωραίο να κλαις στη μεγάλη σου χαρά
και να γελάς στη μεγάλη σου λύπη.

Τι ωραίο να καταστρέφεις το τέλειο
και να δημιουργείς το μηδέν.

Τι σιχαμερό να μετράς το άπειρο
και να γεμίζεις το κενό με κενό...